υποσκιάζω

υποσκιάζω
1. μετ. затенить;
2. αμετ. 1) покрываться тенью; 2) смеркаться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "υποσκιάζω" в других словарях:

  • υποσκιάζω — ὑποσκιάζω ΝΑ 1. καθιστώ κάτι κάπως σκιερό 2. (αμτβ.) αρχίζω να γίνομαι σκιερός, να σκοτεινιάζω αρχ. μέσ. ὑποσκιάζομαι σκιάζομαι από κάτω («τῇ συκῇ τοῡ πικροῡ βίου ὑποσκιάζεσθαι», Γρηγ. Νύσσ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + σκιάζω «καλύπτω, σκοτεινιάζω» …   Dictionary of Greek

  • υποσκιάζω — υποσκίασα, υποσκιάστηκα, υποσκιασμένος 1. μτβ., κάνω κάτι κάπως σκιερό, το συσκοτίζω ελαφρά: Ο φωτογράφος υποσκίασε τη φωτογραφία. 2. αμτβ., γίνομαι σκιερός, αρχίζω να σκοτεινιάζω: Με την έκλειψη του ήλιου υποσκιάζει η γη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑποσκιάζῃ — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 2nd sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενον — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc acc sg ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζούσης — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιαζόμενος — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζειν — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεσθαι — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζεται — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζοντες — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποσκιάζουσα — ὑποσκιάζω overshadow gradually pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»